Πέντε παιδικές ιστορίες

Παιδική ηλικία. Βλ. άρθρο… Εκτύπωση

Είπε κάποιος, πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Πολλοί από ’μας, που σήμερα περπατάμε κοντά και πάνω απ’ τα εξήντα, και η ηλικία μας συμβαδίζει με την μετεμφυλιοπολεμική περίοδο του τόπου, περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια στο χωριό. Γι’ αυτό είναι πατρίδα μας ο Ατσίχωλος. Τα άλλα είναι δευτερεύοντα… Ένας Ατσιχωλίτης (το όνομά του στη διάθεση του ιστοτόπου) μας έστειλε ένα γραφτό με πέντε μικρές ιστορίες που έζησε μικρός στο χωριό. Ανάμεσα σε τόσες άλλες, όπως όλοι πάνω – κάτω οι συνομήλικοί του. Σε δύσκολες εποχές, κάπου ανάμεσα στο ’55 με ’65. Ιστορίες που καθώς θα φανεί έπαιξαν ρόλο στη μετέπειτα ζωή του.

Το τσιγαρακί

Έψαχνε μέρος απ’ το πρωί. Το βρήκε στο …μέρος. Το είχε  φτιάσει ο παππούλης έξω από το σπίτι. Πάνω σε μια κλάρα του σφενταμιού. Να πέφτουνε κάτω στο ρέμα τα σκ… Την είδε μέσ’ απ’ τα κλαριά. Σκάλιζε τις αγγινάρες. Θα τον έπαιρνε στο κυνήγι για το τσιγάρο. Σίγουρα πήρε χαμπάρι. Τόσος καπνός να βγαίνει απ’ το σφεντάμι…

Ζαλισμένος, δεν ήξερε τί να κάνει… Μπήκε στο σπίτι και έψαξε το ρακί. Ξέπλυνε χέρια, στόμα… Το πήγε κάτω. Πιο ζαλισμένος, με ρακί και τσιγάρο, κατέβηκε σφυρίζοντας, τάχατες ξέγνοιαστος, στον κήπο. Έπρεπε να το ελέγξει το πράμα. Τον πρόλαβε…
– Έλα ’δω! Για κάνε χου… Κερατά, ήπιες το ρακί!… Θα σε λιανίσω με το ξινάρι!

Η εκδίκηση του μουλαριού

Έφυγε χάραμα, με το μουλάρι. Έφτασε στου Βλαχόραφτη με τον ήλιο ακόμα πίσω απ’ το Ραπούνι. Χτύπησε δειλά την πόρτα. Ο γιατρός ήταν ακόμα στο κρεβάτι. Τον φώναξε να καθήσει δίπλα του, στο σκαμνί. Πήρε τρυφερά το χεράκι του και το ακούμπησε κάπου ανάμεσα στα πόδια του κάτω απ’ το σεντόνι… Σηκώθηκε απότομα. Ντύθηκε. Ανέβηκε στο μουλάρι και ζήτησε την τριχιά του καπιστριού. Ήταν πανέμορφο το μουλάρι τους εκείνη την ημέρα. Ολόασπρο…

Πήγαινε σκεφτικός από κοντά. Λες να πεθάνει ο παππούλης…  Τον έκοψε από τις σκέψεις του το μουλάρι. Όρμησε ξαφνικά μπροστά, πράγμα που δεν έκανε. Ο γιατρός τα έχασε, έβαλε τις φωνές. Το μουλάρι μπροστά, έκοψε δρόμο μέσα απ’ τα λούπινα του Απόστολου και τράβηξε στο χωριό. Ο γιατρός πού να κρατηθεί πάνω του… Τον βρήκε παρακάτω ανάσκελα πάνω σε μια τούφα από πουρνάρι. Το μουλάρι επέζησε του παππού.

Η θεία κοινωνία

Από τα Χριστούγεννα περίμενε τις Απόκριες, πώς και πώς. Να ντυθεί μασκαράς. Σαν ήρθε η μέρα, σκόνταψε στα σκαλιά του Αγιοθανάση. Μέσα από τη χάρτινη μάσκα αντίκρισε τον Παπα-Δημήτρη.
– Μασκαρά, την άλλη Κυριακή που θα ’ρθείς να κοινωνήσεις θα σου κόψω τη γλώσσα!…

Η βδομάδα πέρασε με αγωνία. Ούτε που του πέρασε απ’ το μυαλό πως ο παπάς δεν τον γνώρισε μασκαρεμένο… Την Κυριακή, που να μη ερχότανε!… τον σήκωσε η μάνα του να κοινωνήσει. Ο Παπα-Δημήτρης γύρισε άξαφνα στο Ιερόν με το δισκοπότηρο στο χέρι. Ψάχνει για το ψαλίδι!… ανατρίχιασε, κρεμασμένος από τις μασχάλες. Ο παπάς ξαναφάνηκε με το δισκοπότηρο γεμάτο. Μετάλαβε. Και κατάλαβε.

Και όμως, έκλαιγε…

Αλλιώς του τον είχανε παραστήσει. Και αλλιώς τον φανταζότανε. Είχε βγει, λέγανε, στο κλαρί. Τί μπορούσε να λέει τούτο σ’ ένα παιδί; Τον πρωτοείδε από τόσο κοντά στην κηδεία του πατέρα του. Παράτησε την κηδεία… Και τα κόλυβα! Τσακίστηκε να φτάσει σπίτι.
– Μάνα! μάνα! φωνάζει απ’ την εξώπορτα. Ο Λάμπης κλαίει!…

Ο πιο καλός δάσκαλος

Φτωχό παιδί ήταν ο Αντώνης. Και ορφανό. Κι αποδείχτηκε πως τά ’κλεψε τ’ αβγά απ’ το κοτέτσι της Δημητρούλας. Έτσι είπε ο δάσκαλος… Πήγαινε δυό τάξεις παραπάνω. Κι είχαμε μάθει τις Δέκα Εντολές. Ου κλέψεις!… και τα λοιπά. Μάθανε γράμματα από ’κείνον τον δάσκαλο, λένε ακόμα στο χωριό. Νά, εκείνη την ημέρα…

Ανέβηκε στην έδρα κι έβγαλε απ’ το συστάρι πέντ’ έξι αβγά και μια εφημερίδα. Τα έσπασε ένα – ένα, σαν να ’φτιαχνε ομελέτα. Κλούβια θά ’τανε, βρώμησε το σχολείο. Φώναξε πάνω τον Αντώνη. Τον άρπαξε απ’ το σβέρκο και του έτριψε τη μούρη πάνω στην εφημερίδα με τα κλούβια αβγά. Ύστερα, πέρασαν όλες οι τάξεις, από την πρώτη τη μικρή, και φτύσαμε ένας – ένας στο πρόσωπο τον «κλέφτη».

Σαράντα τόσα φτυσίματα. Δεν είναι γνωστό τί γράμματα έμαθαν οι τριανταεννιά… Ένας κάτι έμαθε από τον Τζουραπά.

ΣΧΟΛΙΑ

Το σχόλιό σας