Tee… γελάτε, μωρή;

Ο παππούς μού διηγούνταν. Τότε που είχε πάει στην Αμερική, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Στο Μπόστον καν στο Σικάγο, δεν θυμάμαι τώρα πού. Πάνε πάνω από πενήντα χρόνια που έχει πεθάνει. Νεοφερμένος, τον στείλανε, λέει, οι παλιότεροι να ψωνίσει στο παντοπωλείο της γειτονιάς. Χωρίς να υπολογίσουν πως δεν μιλούσε γρι αμερικάνικα. Ή να τον στείλανε ακριβώς γι’ αυτό… Αναρωτιόταν ακόμα, καθώς μου διηγούνταν την ιστορία.

Μπαίνει, λοιπόν, ο άρτι αφιχθείς Έλληνας μετανάστης,  στο ξένο μαγαζί. Και βρίσκεται μπροστά σε πράματα και θάματα, που δεν είχε ιδεί ούτε στον ύπνο του στον Ατσίχωλο. Στριφογυρίζει σαν χαμένος από πάγκο σε πάγκο και από ράφι σε ράφι. Ούτε που θυμότανε γιατί είχε ’ρθεί. Οι πωλήτριες του καταστήματος τον κοιτάνε και κρυφογελάνε μεταξύ τους. Αγριεμένος εκείνος, γυρίζει και τους λέει σε άπταιστα γορτυνιακά:
– Τί γελάτε, μωρή;
Κάνουν μπράφ… Μια πεταχτούλα, λέει, τρέχει σ’ ένα ράφι και του φέρνει μια σακούλα τσάι. Γι’ αυτό τον είχανε στείλει. Ν’ αγοράσει …τι!

M.

Και άλλες αμερικάνικες ιστορίες…

Αγαπητέ συμπατριώτη, διαβάζοντας την ωραία διήγηση του αείμνηστου παππού σου, θυμήθηκα και εγώ μια ανάλογη διήγηση του δικού μου παππού, που κι αυτός είναι πεθαμένος πάνω από μισό αιώνα. Είχε πάει κι αυτός μετανάστης στην Αμερική για τρεις φορές, ανάμεσα στο 1900 έως το 1920. Σ’ ένα λοιπόν από τα ταξίδια του, πιθανόν στο πρώτο, μέσα στο πλοίο γνωρίστηκε με μια παρέα Ιταλών μεταναστών, που του πρόσφεραν ένα …σπουδαίο μεζέ, που αρέσκονται να γεύονται οι Ιταλοί, τα βατραχοπόδαρα, χωρίς να του πουν τί μεζές ήταν.

Γεύθηκε λοιπόν ο παππούς τα βατραχοπόδαρα, χωρίς να ξέρει τί έφαγε, γιατί δεν του το αποκάλυψαν. Του άρεσε πολύ ο μεζές και τους ευχαρίστησε θερμά, αναζητώντας τρόπο να τους ανταποδώσει τη φιλοφρόνηση. Όταν όμως αργότερα κάποιος συνταξιδιώτης του αποκάλυψε το τί έφαγε, αφού έβγαλε τα συκώτια του, κυνήγαγε στο πλοίο τους Ιταλούς, απειλώντας να τους ρίξει στη θάλασσα. Το τί απέγινε δεν ξέρω, πιστεύω όμως ότι θα βρήκε τον τρόπο να τους εκδικηθεί.

Κι ένα ακόμη συμπληρωματικό για τον παππού μου.

Όταν γύρισε στον Ατσίχωλο από το πρώτο του ταξίδι, ήταν θεριστής μήνας, ο πρώτος του γιος ήταν ηλικίας 5 – 6 ετών. Πήγε στο σπίτι του. Η πόρτα κλειδωμένη και μέσα ο μικρός έπαιζε μόνος. Χτύπησε την πόρτα.  Ο μικρός από μέσα:
– Ποιός είναι;
– Άνοιξε παιδί μου, είμαι ο πατέρας σου.
Τότε ο μικρός έκπληκτος, φοβισμένος και δύσπιστος, χωρίς ν’ ανοίξει, πηδάει από το παράθυρο, τρέχει στον κάμπο όπου θέριζε η μητέρα του και λαχανιασμένος της λέει:
– Μάνα, μάνα, τρέχα γρήγορα, ήρθε κάποιος στο σπίτι και λέει ότι είναι ο πατέρας μου!

Ένας Ατσιχωλίτης

ΣΧΟΛΙΑ

Το σχόλιό σας