Φτιάχνοντας χυλοπίτες…

Άνοιγμα φύλλου ζύμης. Βλ. άρθρο… Εκτύπωση

Από το Δημοτικό ακόμα, ένα πράγμα περίμενα πάνω απ’ όλα, τελειώνοντας η σχολική χρονιά. Πέρα, φυσικά, από το να γλιτώσω το διάβασμα και τη βέργα του Δασκάλου. Πρόσκαιρα, βέβαια, γιατί θα ’ρχότανε πάλι ο Σεπτέμβρης και θα μού ’παιρνε ο διάλος τον πατέρα… Τί περίμενα; Να ’ρθεί η μέρα που θά ’φτιανε η μάνα μου χυλοπίτες! Γιατί; Για δυό πράγματα. Το ένα. Στο τέλος της ημέρας, μετά τις χυλοπίτες, φτιάχναμε και δίπλες, με μέλι και καρύδι… Και τρελαινόμουνα! Το άλλο, πού ήτανε σημαντικό εκείνη την ημέρα, για μένα, και για κάθε παιδί της ηλικίας μου, φαντάζομαι. Σας το φυλάω για το τέλος…

Δεν χάνω τίποτα, όμως, έτσι που θα ξεδιπλώσω την ιστορία μου, να σας προϊδεάσω κάπως.

Μετά το Δημοτικό, λοιπόν, πήγα στο Γυμνάσιο, στη Δημητσάνα. Τον Ιούνιο, αφού τέλειωνε η σχολική χρονιά, γυρίζαμε όλα τα παιδιά και τα κορίτσια… Μου πήρε πολύ, όταν μεγάλος πιά ανακατεύτηκα με κάτι …ζερβούς, που έλεγε και η Ασήμω, να λέω το πολιτικά ορθό, αγόρια και κορίτσια. Καθώς, λοιπόν, γυρίζαμε στο χωριό από το Γυμνάσιο, η πρώτη ερώτηση που έκανα στη μάνα μου ήτανε, πότε θα φτιάξουμε χυλοπίτες. Για να φας δίπλες, κερατούκλη, μου έλεγε εκείνη. Χωρίς άλλο, αλλά εγώ είχα ανακαλύψει και άλλο γλυκό, στη μικρούλα ακόμα ζωή μου, εκτός από το μέλι.

Και ερχότανε, λοιπόν, κάθε χρόνο απαράβατα, εκείνη η ευλογημένη μέρα. Η μάνα μου στο πόδι από τα χαράματα. Χωρίς να υπολογίσουμε τις προεργασίες από την προηγούμενη και τις περασμένες μέρες. Να αλέσει το σιτάρι για τ’ αλεύρι που χρειαζότανε, στο μύλο του μπαρμπα-Κανέλλου… Να μαζέψει το γάλα, τα αυγά… Μια οκά γάλα, δέκα – δώδεκα αυγά, έλεγε, αν θυμάμαι καλά… Τώρα, αν άλλαξε αυτή η αναλογία, όταν ο Καραμανλής έβαλε το κιλό στη ζωή μας, αυτό δεν το θυμάμαι καθόλου. Ύστερα, αν όχι πρωτύτερα, να έχει κλείσει τη γυναίκα που θα άνοιγε το φύλλο. Κατά προτίμηση τη θεια-Πούλω. Και αν η θεια-Πούλω ήτανε για μέρες κλεισμένη από άλλες νοικοκυρές; Τόσα σπίτια ανοιχτά τότε στο χωριό… Να φωνάξουμε τη θεία Δημήτρω. Πιο νέα, βέβαια, εκείνη, αλλά πολλά μαθημένη από τη μάνα της. Τη γρια-Μπαλάσαινα, τη γενική μαστόρισα του χωριού, κοντά στα άλλα και μαμή. Και η Φωτεινή του Βασιλάρα άνοιγε φύλλο για χυλοπίτες. Μα η θειά της η θεια-Πούλω ήταν η απαράμιλλος καλλιτέχνις του σοφρά και του μπλάστη σ’ όλο το χωριό.

Καθώς ο ήλιος αχνοφαινόταν πίσω απ’ το Ραπούνι, κατέφθανε η θεια-Πούλω. Ξάπλωνε δίπλα στο παραγώνι, περνούσε τα πόδια της κάτω απ’ το σοφρά και άδραχνε τον μπλάστη. Εγώ, στην άλλη πλευρά του παραγωνιού, όπού ’χαμε στημένο ένα κρεβάτι με στρίποδα και τάβλες, έπαιρνα θέση. Στη γωνιά του κρεβατιού και του τοίχου, κρατώντας αγκαλιά το μαξιλάρι. Με άσπρο αθλητικό φανελάκι και το κοντό, μπλέ παντελονάκι της γυμναστικής, που μου είχε πάρει ο πατέρας μου απ’ τον Λεονάρδο στη Δημητσάνα…

Το πρώτο φύλλο ανοιγότανε στο σοφρά. Τό ’παιρνε η μάνα μου, σαν να κρατούσε μωρό στα δυό της χέρια, και τ’ άπλωνε σ’ ένα από τα κρεβάτια της σάλας. Να στεγνώσει, ώσπου να γίνει κάτι σαν χαρτί. Να διπλωθεί στα δύο, στα τέσσερα, στα οχτώ… Να κοπεί στα δύο και στα εκατοδύο! Σε λωρίδες και σταυρωτά. Πάνω στο μεγάλο τραπέζι του χειμωνιάτικου. Εκείνα τα μικρούτσικα ζυμαρένια τετραγωνάκια, οι χυλοπίτες μας! Ν’ απλωθούν ύστερα πάνω σε σεντόνια. Να ξεραθούν, να μαζευτούν στις άσπρες σακούλες, στο κάτω ντουλάπι του μπουφέ. Ίσαμε τον άλλο χρόνο…

Το κόψιμο ήταν δουλειά των κοριτσιών, μπορεί και παντρεμένες, που μαζεύονταν σιγά – σιγά, απ’ τη γειτονιά και τις συγγένειες. Σκυμένες πάνω στο μεγάλο τραπέζι του χειμωνιάτικου, με την πλάτη στη μισάντρα και τα κοφτερά μαχαίρια να πηγαίνουν πέρα – δώθε, έκοβαν μαζί και την ανάσα μου! Προτού διαβάσω Καζαντζάκη, ο ζεστός νοτιάς, που φυσούσε πέρα απ’ το μεγαλοπολίτικο Μισίρι, φαίνεται πως μέστωνε και στο χωριό μας τα περιβολικά, τα φρούτα και τα στήθια των κοριτσιών…

Έτσι περνούσε εκείνη η μέρα. Ανάμεσα στις χυλοπίτες, τα αφράτα ντεκολτέ των κοριτσιών και τις δίπλες. Ώσπου μιά απ’ αυτές, είχα πιά μπεί στα δεκατέσσερα, με το μαξιλάρι αγκαλιά, μέσα σ’ εκείνη τη γλυκιά από κάθε άποψη ατμόσφαιρα, που δεν ξανάζησα στην υπόλοιπη ζωή μου, λάγνα αποκοιμήθηκα. Και ξύπνησα, από το όνειρο! Καθώς έτριβα τα μάτια μου, αντίκρυσα από πάνω μου τέσσερα – πέντε κορίτσια, μπορεί και παντρεμένες, να μην ειπώ ονόματα τώρα, θά ’ναι πέντε με δέκα χρόνια μεγαλύτερές μου… Με μια δίπλα στο χέρι η καθεμιά, να κρυγογελάνε. Τί βλέπανε; Ό,τι είχα ’δεί πρωτύτερα κι εγώ στο πιο γλυκό όνειρό μου… Εκείνη την ευλογημένη και τελευταία για μένα ημέρα που η μάνα μου έφτιαξε χυλοπίτες.

Ένας Ατσιχωλίτης (το όνομα και το επώνυμό μου στη διάθεση του ιστοτόπου)

ΣΧΟΛΙΑ

Το σχόλιό σας