Ιστορία του Ατσιχώλου

Εκτύπωση

Ο χώρος της ευρύτερης περιοχής του Ατσιχώλου, σημερινό Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Μεγαλοπόλεως Αρκαδίας, όπου και τα ευρήματα της αρχαίας Γόρτυνος, δεν έπαυσε ποτέ να κατοικείται, και να δραστηριοποιούνται εκεί άνθρωποι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η προσπάθεια στην παρούσα εργασία μας επικεντρώνεται στην ιστορική παρακολούθηση του χρονικού διαστήματος, αφ’ ενός, από της διαλύσεως της αρχαίας Γόρτυνος μέχρι τη στιγμή κατά την οποία έχουμε την πρώτη γραπτή μαρτυρία περί της υπάρξεως του Ατσιχώλου, που κατά τα φαινόμενα υπήρξε διάδοχος χώρος της αρχαίας Γόρτυνος, και αφ’ ετέρου από τη στιγμή αυτή μέχρι σήμερα. Στην πρώτη περίπτωση γνωρίζουμε από τον περιηγητή Παυσανία, ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο τον 2ο μ.Χ. αιώνα (170 μ.Χ), ότι όταν επισκέφθηκε την αρχαία Γόρτυνα την βρήκε άσημο μικρό χωριό, ενώ κατά το παρελθόν υπήρξε κραταιά πόλη, ανθούσα ήδη κατά την επίσκεψη σ’ αυτή του Μ. Αλεξάνδρου.

του ΤΑΣΟΥ ΣΚΟΥΡΛΑ, τ. Προέδρου του Συλλόγου

Αυτή είναι και η τελευταία γραπτή μαρτυρία περί της υπάρξεως της αρχαίας Γόρτυνος, η οποία έκτοτε διελύθη. Όπως είναι γνωστό, κύριες αιτίες της παρακμής και της εν συνεχεία διαλύσεως του αρχαίου κόσμου, επομένως και της Γόρτυνος, ήταν πρώτον η Ρωμαιοκρατία, η οποία ακολούθησε τους Αλεξανδρινούς χρόνους, και δεύτερον οι συνεχείς αναστατώσεις και ανακατατάξεις, συνεπεία βαρβαρικών επιδρομών, που έγιναν από τον 3ο και 4ο αιώνα μ.Χ., με βιαιότερες εκείνες των Γότθων, περί το τέλος του 4ου μ.Χ. αιώνα1 (βλ. Σημειώσεις, στο τέλος του κειμένου).

«Σκοτεινοί χρόνοι»

Οι ιστορικές πληροφορίες της περιόδου αυτής για την περιοχή μας είναι σχεδόν ανύπαρκτες, ενώ ακολουθούν οι λεγόμενοι «σκοτεινοί χρόνοι» (5ος έως και αρχές 9ου αιώνα), για τους οποίους δεν έχουμε καθόλου ειδήσεις από γραπτές πηγές. Καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου, από το τέλος του αρχαίου κόσμου μέχρι και τη λήξη των λεγομένων «σκοτεινών χρόνων» δηλαδή, έχουμε τη σταδιακή εξάπλωση του χριστιανισμού στην Πελοπόννησο, η οποία άρχισε από την Αποστολική Εκκλησία της Κορίνθου και η οποία ολοκληρώθηκε περίπου τον 10ο αιώνα επί ακμής του Βυζαντίου.

Σημαντικό στοιχείο για την διαμόρφωση της υφής του πληθυσμού ήταν η ειρηνική κάθοδος σλαβικών φύλων, αλλά και η διαρκής μετακίνηση αλβανικών πληθυσμών από τους Βυζαντινούς, προς ενίσχυση των ερημωμένων περιοχών, με τη διαφορά ότι τα σλαβικά φύλα προτιμούσαν πάντοτε τις ήσυχες ορεινές περιοχές, όπου λόγω επαγγέλματος, σαν νομάδες κτηνοτρόφοι που ήσαν, έβρισκαν άφθονη βοσκή για τα κοπάδια τους, αλλά κυρίως σιγουριά και ασφάλεια, εγκαθίστατο δε στις παρυφές πόλεων ή μεγάλων χωριών ή ίδρυαν δικούς τους αμιγείς οικισμούς1. Αντιθέτως οι Αλβανοί, οι αποκαλούμε-νοι και «Δωριείς» του νεότερου ελληνισμού, ετοποθετούντο οργανωμένα στις πεδινές περιοχές2.

Με την πάροδο του χρόνου, οι πληθυσμοί αυτοί, αφού πρώτον εκχριστιανίστηκαν και έμαθαν να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα, αφομοιώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και εξελληνίσθηκαν πλήρως. Κατάλοιπα όμως της υπάρξεώς των στον χώρο παρέμειναν ονόματα οικισμών, τοπωνύμια, αλλά και πολλές λέξεις «πολιτογραφημένες» πλέον ελληνικές, ποιμενικού και γεωργικού ενδιαφέροντος. Έτσι έχουμε: Δημητσάνα, Στεμνίτσα, Εγκλένοβα, Ζέρζοβα κλπ. για οικισμούς, Βαρδουβάς, Ζελίβα, Κλινίτσα, Εχτίχοβα κλπ. για τοπωνύμια. Κλίτσα, τσέπια, κοτέτσι κλπ. σλαβικές λέξεις, σε χρήση ακόμη στην περιοχή και όχι μόνο. Οι ονομασίες αυτές των οικισμών και τα τοπωνύμια προκύπτουν από γραπτές μαρτυρίες του 17ου και 18ου αιώνα, προϋπήρχαν όμως πολύ ενωρίτερα.

Μέσα σ’ αυτό το πολύ γενικό ιστορικό περίγραμμα παρατηρούμε την εμφάνιση μετά από πολλούς αιώνες από της καταρρεύσεως της αρχαιότητος, επί βυζαντινής περιόδου ήδη, την παράλληλη εμφάνιση στο γεωγραφικό μας χώρο οικισμών, όπως η Δημητσάνα, η Στεμνίτσα, ο Ατσίχωλος, η, Καρύταινα, αλλά και άλλων γνωστών μέχρι σήμερα οικισμών, πέραν όμως της υπό εξέταση, δικής μας περιοχής. Εν προκειμένω για να γνωρίσουμε, να παρακολουθήσουμε και να κατανοήσουμε την εν γένει ιστορική πορεία του Ατσιχώλου από την εμφάνισή του μέχρι σήμερα, προέβημεν στην κατά τα ανωτέρω πρόχειρα καταγραφή των σημαντικότερων ιστορικών, αλλά αλληλοσυν- δεομένων μεταξύ τους γεγονότων, κατά χρονολογική αλληλουχία, μέχρι και των ύστερων βυζαντινών χρόνων, εποχή που έχουμε και την πρώτη γραπτή μαρτυρία, περί της υπάρξεως του οικισμού.

Έννοιες, όπως αρχαίος κόσμος και παρακμή του, Ρωμαιοκρατία, Χριστιανισμός, Βυζάντιο, επιδρομές βαρβάρων, ανάμειξη διαφορετικών φυλετικά πληθυσμών, αλλά και πολλοί λιμοί, λοιμοί, σεισμοί και άλλα επισυμβάντα φυσικά φαινόμενα, δημιούργησαν ένα άλλο νεότερο κόσμο, γέννημα του οποίου ήταν όλοι οι βυζαντινοί μεσαιωνικοί οικισμοί και εν προκειμένω ο Ατσίχωλος. Το γεγονός ότι ο σημερινός γεωγραφικός χώρος, όπου ο βυζαντινός Ατσίχωλος (παλαιό χωριό) συμπίπτει απόλυτα με το χώρο όπου ευρίσκετο η αρχαία Γόρ τυς, αλλά και το ήπιο κλίμα, το γόνιμο του εδάφους, της μικρής κοιλάδας του Λουσίου ποταμού με τα άφθονα νερά, καθιστούσαν την περιοχή ικανή για μόνιμη εγκατάσταση και εξασφάλιση εκεί της διαβίωσης ανθρώπων. Επομένως οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο χώρος δεν έπαυσε ποτέ να κατοικείται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και είναι προφανές ότι ο βυζαντινός Ατσίχωλος και ο νεότερος σημερινός οικισμός, αποτελούν την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Γόρτυνος.

Πρώτη γραπτή μαρτυρία

Η πρώτη γραπτή μνεία περί της υπάρξεως του οικισμού ανάγεται στους ύστατους βυζαντινούς χρόνους το 1386, επί Δεσποτάτου του Μορέως και επί Δεσπότου Θεοδώρου του Α’, ο οικισμός όμως προϋπήρχε πολύ ενωρίτερα. Η μαρτυρία αυτή προκύπτει από λαξευμένη σε βράχο επιγραφή στο ναΐδριο του «Αρχαγγέλου Μιχαήλ», που βρίσκεται κάτω από το παλαιό μοναστήρι του Σωτήρος, νοτιότερα της Μονής Προδρόμου και επί της δεξιάς πλευράς του Λουσίου3.

Επόμενες γραπτές μαρτυρίες περί της υπάρξεως του Ατσιχώλου, στην παλαιά θέση πάντοτε, ανάγονται πολύ αργότερα, στα μισά του 17ου με αρχές του 18ου αιώνα4. Έτσι, από παλαιό αφιερωτήριο έγγραφο της 14ης Ιουλίου 1622, πληροφορούμεθα ότι ο Πρωτοσύγγελος του Μητροπολίτου Κερνίτσης Παρθενίου, Παρθένιος Ψώμορης εξ Ατσιχώλου, αφιέρωσε χειρόγραφο τετραβάγγελο στη Μονή Παναγίας της Αιμυαλούς4. Την ίδια εποχή, από άλλο πολύ σημαντικό έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1636 των Γερόντων (Δημογερόντων) Ατσιχωλιτών προς την Μονή Προδρόμου, όπου πωλούν δικαιώματα του χωριού, επί μισοφυτεψίας αμπέλου με ιδιώτη, επί κοινοτικού μάλλον χώρου, προκειμένου να πληρωθεί το χαράτσι, πληροφορούμεθα τα ονόματα των Δημογερόντων αυτών, αλλά και το ότι ο Ατσίχωλος ήταν διηρεμένος σε δύο συνοικίες (μαχαλάδες). Δημογέροντες αναφέρονται οι Γιάννος Χαλασοχώρης, Παν. Πλατύτερος, Κλαδάς Συνοδινός, Παν. του Θεοφίλου (Κατσομιγάς), Σίμος Γιάννης Παππά και Κανέλλος Σπηλιώτης5.

Όσον αφορά στη διαίρεση του οικισμού, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν, ή ότι ο παλαιός οικισμός εκτεινόταν και στις δύο όχθες του Λουσίου, ή ότι είχε αρχίσει, την περίοδο αυτή, να δημιουργείται ο νέος στη σημερινή του θέση6. Με τη δεύτερη αυτή άποψη συνηγορούν ορισμένα τοπωνύμια, που είναι πολύ χαρακτηριστικά και εμφανίζονται σε δικαιοπρακτικά έγγραφα της εποχής, όπως Χαλάσματα, Παλαιά στράτα, Βύθισμα, τα οποία υποδηλούν την κατάρρευση ή την αρχή της καταρρεύσεως του παλαιού οικισμού και τη δημιουργία του νέου, χωρίς να αποκλείεται ουδόλως η περίπτωση της παράλληλης λειτουργίας και των δύο για πάρα πολλά χρόνια.

Ετυμολογία της λέξεως Ατσίχωλος

Όσον αφορά στην ετυμολογία της λέξεως Ατσίχωλος, κατά Τάσο Γριτσόπουλο, υπάρχει η παράδοση ότι προέρχεται από τον πρώτο οικιστή ή προύχοντα, ο οποίος ήταν χωλός (κουτσός) στην άντζα (κνήμη), οπότε έχουμε άντζα+χωλός = Ατσίχωλος, λέξη ελληνική και μάλιστα βυζαντινή ως προς και τα δύο ουσιαστικά συνθετικά της. Στην περίπτωση αυτή τη συλλαβή –χω– τη γράφουμε με ωμέγα.

Η άποψη, κατά τον ιστορικό Καρολίδη, που αναφέρει ο Δ. Α. Λαμπρόπουλος, ότι ο οικισμός προέρχεται από το σλαβικό Τσεκόλ ή Ατσεκόλ, που σημαίνει θέρετρο, φαίνεται πιθανή και τότε η συλλαβή –χο– γράφεται με όμικρον7.

Η υποστηριχθείσα άποψη από τον Γιάννη Πισιμίση8, ότι ο Ατσίχωλος προήλθε κατά συγχώνευση του «άρτον φέρω εις τον χωλόν», -αρ-τι-χωλο > Ατζίχωλο, δεν είναι πειστική.

Η άποψη, τέλος, ότι το όνομα προήλθε από κάποιο Τούρκο Ατζή, που ήταν χωλός, είναι εντελώς ανυπόστατη, αφού ο οικισμός προϋπήρχε της τουρκοκρατίας.

Από τους κώδικες των μονών Φιλοσόφου, Προδρόμου και Αγ. Δημητρίου Μαράθων9, αλλά και από πολλά δικαιοπρακτικά έγγραφα, ιδιαιτέρως του 17ου και 18ου αιώνα, αντλούμε πλήθος πληροφοριών, που είναι πολύ ενδιαφέρουσες και τονίζουν τη βυζαντινή προέλευση του οικισμού. Έχουμε κυρίως βαπτιστικά ή κύρια ονόματα των κατοίκων όπως Θεόφιλος, Φραντξής, Βελισσάρης, Ρήγας, Συνοδινός κλπ. Οικογενειακά ονόματα την ίδια περίοδο αναφέρονται τα Ψώμορης, Κατσομιγάς, Καρατξάς, Κουλιδάς, Λαξαρόπουλος, Χαλασοχώρης, Βλογοκόμης, Γαϊτανάρης, Πλατύτερος, Λάλος, Κόκκορης, Τραυλός κλπ. Πολλά από τα ονόματα αυτά έχουν εκλείψει, άλλα έχουν παραμείνει σαν τοπωνύμια, όπως Ψώμορη, Κουλιδά, Λάξαρη, Κατσομιγά, Φλοκόμι, ενώ μερικά διατηρούνται και σήμερα, όπως Γαϊτανάρης, Λάλος, Κόκκορης. Νεότερα οικογενειακά ονόματα, αναγόμενα στη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821), είναι τα Δρακόπουλος, Σκουρλάς, Μεργούπης, Μπερτζελέτος, Λιάπης κλπ., χωρίς να έχουν πάψει να ισχύουν τα προηγούμενα ή μερικά από αυτά και στην περίοδο αυτή.

Στην Τουρκοκρατία

Επί τουρκοκρατίας ο Ατσίχωλος δεν έμεινε αλώβητος. Υπέστη κι αυτός τις συνέπειες της δουλείας, όπως και όλες οι άλλες περιοχές. Κυρίως οι κάτοικοι ήταν υπόχρεοι στην καταβολή, εκτός των άλλων φόρων, του κεφαλικού φόρου (χαράτσι), που ήταν φόρος για να έχει κάποιος το δικαίωμα να φέρει την «κεφαλή» του επί των ώμων. Σ’ αυτό το φόρο δεν ήταν υποχρεωμένοι οι Τούρκοι υπήκοοι και αυτό ήταν αιτία να «τουρκεύουν» αρκετοί, θεληματικά ή φαινομενικά ή διά της βίας.

Το ότι υπήρχαν στον Ατσίχωλο Τούρκοι ή Έλληνες εξισλαμισμένοι (εξωμότες) προκύπτει από διάφορα δικαιοπρακτικά έγγραφα, όπου υπογράφουν σαν μάρτυρες Τούρκοι κάτοικοι του Ατσιχώλου, όπως Μουσταφάς, Μπραήμης, Τσελεπής, Χασάνης, Αλής, Μεχμέτ Πασά, Ισούφης. Επιφανέστερος αυτών φαίνεται κάποιος Μεχμέτ Πασάς Καπούτζος, ο οποίος προερχόταν από μικτή οικογένεια χριστιανών και μουσουλμάνων, γιατί υπήρχαν και τέτοιες οικογένειες, μερικά από τα μέλη των οποίων είχαν «τουρκέψει». Η εγκατάσταση και τέτοιων Τούρκων, πέραν των εγγράφων, προκύπτει και από διάφορα τοπωνύμια που έμειναν ως κατάλοιπα, όπως Μπαριάμι, Κατσιπάρι, Γεραλή, Μπογλάτζη, Χαρατσάρι10. Οι Τούρκοι αυτοί κατά την επανάσταση, του 1821 και μετά από τη μάχη στα στενά του Αγίου Αθανασίου παρά το Κοτύλιο, προφανώς έφυγαν προς την Τρίπολη, ακολουθώντας τους Φαναρίτες και Καρυτινούς Τούρκους.

Στην περίοδο της επαναστάσεως του 1821, ο Ατσίχωλος προσέφερε όπως και όλα τα άλλα μέρη, τις υπηρεσίες του στο Έθνος. Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα οποία είναι η κύρια πηγή για τις πληροφορίες που μπορούμε να αντλήσουμε σχετικά, αναφέρουμε, χωρίς να αποκλείσουμε και την ύπαρξη και άλλων, τους εξής αγωνιστές: Ιερέας Θεόδωρος Γαϊτανάρης, Χρ. Αθ. Σκουρλάς, Χρ. Μεργούπης, Αθαν. Λιάπης, Αθαν. Μεργούπης, Τάσης Μπερτζελέτος και Παν. Καλογερόπουλος11.

Στατιστικά στοιχεία

Μετεπαναστατικά και από κατάλογο των οικισμών και Δημογερόντων της επαρχίας Καρυταίνης της 8ης Οκτωβρίου 1830, πληροφορούμεθα ότι ο Ατσίχωλος είχε 40 οικογένειες και Δημογέροντα τον Παν. Λάλο12. Γενικά παρατηρούμε, μελετώντας τις πηγές, ότι ο Ατσίχωλος από πληθυσμιακή άποψη υστερούσε πάντοτε, με εξαίρεση τον 19ο αιώνα, μέχρι και τα μισά του 20ού, που έχουμε ένα πολυπληθή και ακμάζοντα οικισμό. Από τα υπάρχοντα στοιχεία ο Ατσίχωλος γύρω στο 1560 είχε 57 σπίτια, 12 αγάμους μη μουσουλμάνους και έσοδα 8.500 άσπρα13.

Το 1698 και 1699 είχε 5 δραγόνους (στρατιώτες), το 1700 (απογραφή Grimani) είχε 7 οικογένειες και 24 άτομα, το 1815 (απογραφή Pouqueville) είχε 15 οικογένειες, το 1829 (απογραφή Expedition) είχε 40 οικογένειες και 195 άτομα. Στην εθνική πλέον απογραφή του 1849 είχε 274 κατοίκους, το 1851 46 οικογένειες και 242 κατοίκους, το 1861 254 κατοίκους και το 1879 302 κατοίκους. Το 1820, τέλος, πλήρωσε φορολογία 1486,30 γρόσια14.

Μετεπαναστατικά, κύλησε ομαλά η ζωή του χωριού καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Οι κάτοικοι πέραν της κτηνοτροφίας, η οποία ήταν αρκετά διαδεδομένη, ασχολήθηκαν και με τη γεωργία, με έμφαση στην αμπελοκαλλιέργεια, την ελαιοπαραγωγή και τα δημητριακά. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, διοικητικά ο Ατσίχωλος υπήχθη στον νομό Αρκαδίας και στην επαρχία Γορτυνίας με έδρα αρχικά την Καρύταινα και αργότερα τη Δημητσάνα. Από το 1834, με το διοικητικό σύστημα των Δήμων, υπήχθη στον Δήμο Τρικολώνων με έδρα το Βλοχόρραφτη. Το 1836 δημιουργείται ο Δήμος Μαραθαίας, όπου υπήχθη και ο Ατσίχωλος, με έδρα το Βλοχόρραφτη. Δήμαρχος το 1836 αναφέρεται ο εξ Ατσιχώλου καταγόμενος Χρ. Σκουρλάς. Το 1840 καταργείται ο Δήμος Μαραθαίας και ο Ατσίχωλος υπήχθη στον Δήμο Γόρτυνος με έδρα την Καρύταινα.

Το Διοικητικό σύστημα των Δήμων διατηρήθηκε μέχρι το 1912 επί Ελ. Βενιζέλου. Μετά το 1912 και μέχρι τ,ο 1997, εφαρμόζεται το σύστημα των Κοινοτήτων15. Το 1998 επανήλθε το σύστημα των Δήμων «Καποδίστριας» και ο Ατσίχωλος υπήχθη στον εκ νέου συσταθέντα Δήμο Γόρτυνος με έδρα την Καρύταινα. Με τον «Καλλικράτη», ο Ατσίχωλος ανήκει πλέον στον Δήμο Μεγαλοπόλεως.

Λοιπά ιστορικά στοιχεία

Για τα επιφανή τέκνα του Ατσιχώλου, εν συντομία αναφέρουμε τα εξής. Εκ παραδόσεως φέρεται ως πιθανή η καταγωγή του εθνομάρτυρα Γρηγορίου του Ε’ ο Ατσίχωλος. Το κατά κόσμου όνομα του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος και το σπίτι του στο παλαιό χωριό, παρά την αρχαία Γόρτυνα, υποδεικνύεται μέχρι σήμερα από την εξ Ατσιχώλου ιδιοκτήτρια οικογένεια Αγγελοπούλου.

Βεβαιωμένα αναφέρεται εξ Ατσιχώλου και η καταγωγή του Παλαιών Πατρών Γερμανού, που ήταν γιος του εξ Ατσιχώλου Ιωαν. Γκόζια, ο οποίος εκ της εκ Δημητσάνας συζύγου του Κανέλλας Στ. Κουκουζή, απέκτησε τον Γεώργιο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό (1771)16.

Τέλος, αναφέρουμε τον Σωφρόνιο Κατσομιγά που ήταν Επίσκοπος Καρνουπόλεο)ς περί τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι και το 171717.

Από τα αξιοθέατα του Ατσιχώλου αναφέρουμε το απείρου φυσικού κάλλους φαράγγι του Λουσίου ποταμού, τη βυζαντινή (παλαιά) και μεταβυζαντινή (νέα) Μονή Παναγίας Καλαμιού, τις αρχαιότητες της Γόρτυνος (ναός Ασκληπιού, λουτρά, ακρόπολη), τον βυζαντινό Ναό του Αγίου Ανδρέα, τους μύλους Κόκκορη, Χριστόπουλου, τον Καθεδρικό Ναό Αγίου Αθανασίου Ατσιχώλου.

Τελειώνουμε τη σύντομη αυτή καταγραφή του ιστορικού του Ατσιχώλου, μένοντας με την ελπίδα ότι θα μας δοθεί στο μέλλον η ευκαιρία να αξιοποιήσουμε το πλήθος των στοιχείων που υπάρχουν στην βιβλιογραφία, προκειμένου να καταρτιστεί μια νέα και πλέον ολοκληρωμένη και λεπτομερής καταγραφή του ιστορικού αυτού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Πρωτοδημοσιεύθηκε στην περιοδική έκδοση Μάραθα, 2009. Αντικαθιστά εδώ, επικαιροποιημένο, περιληπτικό σχετικό κείμενο του ιδίου, που αναρτήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2014 και έτυχε περίπου 400 επισκέψεων.
1. Γορτυνιακά, τόμος Γ. I. Γιανναρόπουλου, από την Τεύθιν στην Δημητσάνα, σελ. 19-20.
2. Στην περιοχή μας δεν συναντούμε αλβανικά κατάλοιπα λόγω του ορεινού του εδάφους, εν αντιθέσει με την Ηραία, που υπάρχουν αλβανικοί οικισμοί, εκεί που το έδαφος είναι πιο ομαλό και πιο εύφορο.
3. Τ. Κανδηλώρου, Γορτυνία, 1898, σελ. 95.
4. Τ. Γριτσόπουλου, Ιστορικά σημειώματα (Ατσίχωλος), «Φωνή Γορτυνίας», φ. 319/10-1-1949. Ακόμη εκεί ο κ. Γριτσόπουλος αναφέρει ότι την ίδια εποχή ο Ατσίχωλος απεκαλείτο «πόλις κλητή», δηλ. ονομαστή, ευνοημένη και προστατευμένη από τον Θεό.
5. Γορτυνιακά, τόμος A’, Τ. Γριτσόπουλου, Σύμμεικτα Αρκαδικά, σελ. 174.
6. Οι λόγοι που ανάγκασαν τους Ατσιχωλίτες να εγκαταλείψουν την παλαιά θέση του χωριού, και να αναζητήσουν νέα, μας είναι άγνωστοι και μόνο με υποθέσεις μπορούμε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα. Πιθανότερες αιτίες φαίνονται διάφορες φυσικές καταστροφές, όπως κατολισθήσεις ή σεισμοί, ή άλλες θεομηνίες, αλλά και κάποια επιδημία.
7. Τ. Γριτσόπουλου, Ιστορικά σημειώματα (Ατσίχωλος), «Φωνή Γορτυνίας», φ. 320/21-1-1949.
8. Γιάννη Πισιμίση, Το Αράκλωβο και τα Σκορτά, σελ. 201.
9. Οι κώδικες αυτοί είναι δημοσιευμένοι στα έργα των Τάσου Γριτσόπουλου Μονή Φιλοσόφου, για τον κώδικα της Μονής Φιλοσόφου, στα Γορτυνιακά, τόμος Α΄, για τον κώδικα της Μονής Προδρόμου, και στο βιβλίο Βλαχόραφτη Γορτυνίας του Σοφοκλή Δημητρακόπουλου, για τον κώδικα του Αγ. Δημητρίου Μαράθων.
10. Τ. Γριτσόπουλου, Ιστορικά σημειώματα (Ατσίχωλος), Φ.Γ. φ. 323/2-4- 1949.
11. Σ. Δημητρακόπουλου, Γορτύνιοι αγωνιστές 1821, Μάραθα 1998, σελ.103.
12. Σ. Δημητρακόπουλου, Ειδήσεις από το παρελθόν, Μάραθα 1998, σελ.105.
13. Δρ. Λεβέντ Καγιαπινάρ, Η δημογραφική δομή του Λιονταριού Καρύταινας, σύμφωνα με τα οθωμανικά κατάστιχα.
14. Β. Παναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, σελ. 318, 320, 259, 325, 327, 332, 339.
15. Σ. Δημητρακόπουλου, Βλαχόρραφτη Γορτυνίας, σελ. 85, 86, 90.
16. Σ. Δημητρακόπουλου, Η καταγωγή του Αμερικής Ιακώβου, Μάραθα 1998, σελ. 108.
17. Τ. Γριτσόπουλου, Μονή Φιλοσόφου (ο Καρυουπόλεως Σωφρόνιος), σελ. 420.

ΤΑΣΟΣ ΣΚΟΥΡΛΑΣ, τ. Πρόεδρος του Συλλόγου

Το σχόλιό σας...