Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020,

Tee… γελάτε, μωρή;

13 Μαΐου 2015

Ο παππούς μου διηγούνταν. Τότε που είχε πάει μετανάστης στην Αμερική, στις αρχές του περασμένου αιώνα, στο Μπόστον καν στο Σικάγο, δεν θυμάμαι τώρα πού, πάνε πάνω από πενήντα χρόνια που έχει μεταναστεύσει οριστικά.

Νεοφερμένος, λέει, τον στείλανε οι παλιότεροι να ψωνίσει, χωρίς να σκεφτούν πως δεν μιλούσε γρι αμερικάνικα. Ή να τον στείλανε γι’ αυτό, αναρωτιόταν ακόμα, καθώς μου διηγούνταν την ιστορία…

Στο μπακάλικο, του είπανε, της γειτονιάς. Βγαίνει στο δρόμο, ψάχνει από ‘δω, ψάχνει από ‘κει, πουθενά μπακάλικο. Σε μια γωνία μια πόρτα που στριφoγυρίζει τον παίρνει μέσα. Ποιό μπακάλικο, εδώ βρίσκεται μπροστά σε πράματα και θάματα, που ούτε στον ύπνο του δεν είχε δεί στο χωριό. Στριφογυρίζει χαμένος ψάχνοντας από πάγκο σε πάγκο, από ράφι σε ράφι, πού να θυμηθεί τί είχε να ψωνίσει. Οι πωλήτριες τον κοιτάνε και κρυφογελάνε.

Ο άρτις αφιχθείς σε ξένο τόπο γυρίζει απότομα και τους λέει σε άπταιστα γορτυνιακά:

Τί  γελάτε, μωρή;

Κάνουν μπράφ, μια πεταχτούλα μόνο, λέει, τρέχει σ’ ένα ράφι και του φέρνει χαμογελώντας ένα κουτί με τσάι. Γι’ αυτό τον είχανε στείλει.

Να ψωνίσει …tee!

M.

Και άλλες αμερικάνικες ιστορίες…

Αγαπητέ συμπατριώτη, διαβάζοντας την ωραία διήγηση του αείμνηστου παππού σου, θυμήθηκα και εγώ μια ανάλογη διήγηση του δικού μου παππού, που κι αυτός είναι πεθαμένος πάνω από μισό αιώνα. Είχε πάει κι αυτός μετανάστης στην Αμερική για τρεις φορές, ανάμεσα στο 1900 έως το 1920. Σ’ ένα λοιπόν από τα ταξίδια του, πιθανόν στο πρώτο, μέσα στο πλοίο γνωρίστηκε με μια παρέα Ιταλών μεταναστών, που του πρόσφεραν ένα …σπουδαίο μεζέ, που αρέσκονται να γεύονται οι Ιταλοί, τα βατραχοπόδαρα, χωρίς να του πουν τί μεζές ήταν.

Γεύθηκε λοιπόν ο παππούς τα βατραχοπόδαρα, χωρίς να ξέρει τί έφαγε, γιατί δεν του το αποκάλυψαν. Του άρεσε πολύ ο μεζές και τους ευχαρίστησε θερμά, αναζητώντας τρόπο να τους ανταποδώσει τη φιλοφρόνηση. Όταν όμως αργότερα κάποιος συνταξιδιώτης του αποκάλυψε το τί έφαγε, αφού έβγαλε τα συκώτια του, κυνήγαγε στο πλοίο τους Ιταλούς, απειλώντας να τους ρίξει στη θάλασσα. Το τί απέγινε δεν ξέρω, πιστεύω όμως ότι θα βρήκε τον τρόπο να τους εκδικηθεί.

Κι ένα ακόμη συμπληρωματικό για τον παππού μου.

Όταν γύρισε στον Ατσίχωλο από το πρώτο του ταξίδι, ήταν θεριστής μήνας, ο πρώτος του γιος ήταν ηλικίας 5 – 6 ετών. Πήγε στο σπίτι του. Η πόρτα κλειδωμένη και μέσα ο μικρός έπαιζε μόνος. Χτύπησε την πόρτα.  Ο μικρός από μέσα:
– Ποιός είναι;
– Άνοιξε παιδί μου, είμαι ο πατέρας σου.
Τότε ο μικρός έκπληκτος, φοβισμένος και δύσπιστος, χωρίς ν’ ανοίξει, πηδάει από το παράθυρο, τρέχει στον κάμπο όπου θέριζε η μητέρα του και λαχανιασμένος της λέει:
– Μάνα, μάνα, τρέχα γρήγορα, ήρθε κάποιος στο σπίτι και λέει ότι είναι ο πατέρας μου!

Ένας Ατσιχωλίτης
ΣΧΟΛΙΑ
Το σχόλιό σας...

Η ηλεκτρονική σας διεύθυνση δεν δημοσιεύεται - Απαραίτητη η συμπλήρωση (*)